Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ο Ελληνικός Στρατός εισέρχεται απελευθερωτής στο Αϊβαλί! 16 Μαϊου 1919

smirni2
Στήν απονομή των πτυχίων στούς τελοιόφοιτους ενός δημοτικού σχολείου της Σμύρνης του 19ου αιώνα, παραβρέθηκε καί ο τούρκος επιθεωρητής της δημοτικής εκπαιδεύσεως Μιδάτ. Βρήκε ένα μικρό μαθητή καί ακολούθησε ο κάτωθι διάλογος:
» – Πώς λέγεται η πόλις εις τήν οποίαν ζώμεν καί κατοικεί καί η οικογένειά σου;
– Σμύρνη κύριε.
– Εύγε, καί εις ποίον κράτος ανήκει;
– Εις τήν Μικρασίαν.
– Έστω …. καί ποιός είναι ο σουλτάνος σου;
– Ο βασιλεύς Γεώργιος ο Α’, κύριε.
– …..»

«Το Αϊβαλί υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κέντρα του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, το δεύτερο μετά τη Σμύρνη. Μεγάλο εμπορικό κέντρο, λόγω του λιμένα, είχε ανθρώπινη παρουσία από το 1500 π.Χ.. Η ίδρυση του σύγχρονου οικισμού τοποθετείται μεταξύ του 1570 και του 1580. Οι πρώτοι οικιστές ήρθαν από τα γειτονικά παράλια της Λέσβου στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τις επιδρομές των πειρατών όπου και ίδρυσαν οικισμούς στην παραλία, στις θέσεις Χόνδραμμο (Καμπακούμ) και Καμπύλη Άκρα (Εγρί Μποτζάκ).
Επειδή όμως και εκεί δεν έπαψαν οι πειρατικές επιδρομές, μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του όρμου, στη θέση όπου βρίσκεται και σήμερα το Αϊβαλί, στο βάθος του ομώνυμου όρμου προφυλαγμένου από τα Μοσχονήσια. Το Αϊβαλί εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα μεγάλης σημασίας εμπορικό κόμβο, στο τρίγωνο Σμύρνη – Αϊβαλί – Χίος, που εξυπηρετούσε τα πλοία που έβγαιναν στο Αιγαίο.

Η φωνή της Ιωνίας
Στήν απονομή των πτυχίων στούς τελοιόφοιτους ενός δημοτικού σχολείου της Σμύρνης του 19ου αιώνα, παραβρέθηκε καί ο τούρκος επιθεωρητής της δημοτικής εκπαιδεύσεως Μιδάτ. Βρήκε ένα μικρό μαθητή καί ακολούθησε ο κάτωθι διάλογος:
» – Πώς λέγεται η πόλις εις τήν οποίαν ζώμεν καί κατοικεί καί η οικογένειά σου;
– Σμύρνη κύριε.
– Εύγε, καί εις ποίον κράτος ανήκει;
– Εις τήν Μικρασίαν.
– Έστω …. καί ποιός είναι ο σουλτάνος σου;
– Ο βασιλεύς Γεώργιος ο Α’, κύριε.
– …..
»

Αυτοί ήταν οι περήφανοι Ρωμιοί πού κατοικούσαν κάτω από τό ζυγό του τούρκου κατακτητή γιά πέντε αιώνες. Αυτό ήταν τό φρόνημά τους, αυτή ήταν η αγάπη τους γιά τήν πατρίδα, αυτή ήταν η λεβεντιά τους. Ο ελληνικός παλμός δονούσε ιδιαίτερα στούς Ρωμιούς της Σμύρνης καί γιά τούτο οι Τούρκοι τήν αποκαλούσαν «Γκιαούρ Ισμίρ» (Gavur Izmir). Καί ήταν απίστη γκιαούρισα η Σμύρνη, διότι ήταν ελληνική γιά δύο χιλιάδες χρόνια, ίσως καί παραπάνω. Σέ σύνολο πληθυσμού 350.000, τίς παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ρωμιοί αριθμούσαν 200.000, οι Τούρκοι 80.000, οι Αρμένιοι 40.000, οι Εβραίοι 50.000 καί οι λεβαντίνοι (Αγγλοι, Ιταλοί καί Γάλλοι) τούς 30.000.
«Η πνευματική καί η γλωσσική κυριαρχία των ελλήνων ήτο καταφανής. Τουρκικαί εφημερίδες είχαν καί ελληνικόν τίτλον μαζί μέ τόν τουρκικόν καί τό σημαντικώτερον εις πληθυσμόν καί πλούτον προάστιον της Σμύρνης, τό Κορδελιό, είχε πινακίδας εις τούς δρόμους εις τουρκικήν καί ελληνικήν. Γλώσσα του εμπορίου ήτο η ελληνική. Γλώσσα του αλλοεθνούς μέ τόν λεβαντίνον ή τόν τούρκον ή τόν αρμένιον ήτο η ελληνική. Ο εορτασμός της εθνικής επετείου μετέβαλλε τήν Σμύρνην εις Αθήνας.
Ονομαστά ήσαν τά σχολεία της Σμύρνης. Η περίφημος Ευαγγελική Σχολή ιδρυθείσα πρό 2,5 αιώνων είχε βιβλιοθήκην 50.000 συγγραμάτων μεταξύ των οποίων πλείστα Απόφοιτοι Ευαγγελικής Σχολής – Σμύρνη 1910 σπάνια καί αρχέτυπα καί πολλοί κώδικες καί εκατοντάδες άλλων χειρογράφων, αρχαιολογικόν μουσείον καί εκτός του κεντρικού ιδρύματος, τό ονομαστόν γυμνάσιόν της καί τό εμπορικόν της τμήμα, είχε καί καί πέντε παραρτήματα μέ χιλιάδας μαθητών.
Εκτός της Ευαγγελικής Σχολής, η Σμύρνη διέθετε καί άλλα λαμπρά σχολεία κοινοτικά καί ιδιωτικά, μεταξύ των οποίων τό παλαίφημον ελληνογαλλικόν λύκειον Αρώνη, τό ελληνογερμανικόν λύκειον Γιαννίκη, τό Κεντρικό Παρθεναγωγείον, τό Ομήρειον καί πλείστα άλλα σχολεία, ωργανωμένα από τάς αλλοεθνείς κοινότητας καί ξένας αποστολάς. Ήτο τόσον προηγμένη η παιδεία εις τήν ελληνικήν Σμύρνην καί τόσον πατριωτική, ώστε δεκάδες μαθητών νά προσέρχωνται κατ’ έτος από τήν ελευθέραν Ελλάδα.
Θά επερίττευε νά γίνη λόγος διά τήν σωματειακήν καί τήν άλλην οργάνωσιν του ελληνισμού της Σμύρνης. Ανάλογος ήτο καί η οργάνωσις της φιλανθρωπίας της οποίας αδιατάρακτα βάθρα απετέλουν τά τρία ευαγή ιδρύματα α) τό Γραικικόν Νοσοκομείον του Αγίου Χαραλάμπους, β) τό Ελληνικόν Βρεφοκομείον καί γ) τό Ελληνικόν Ορφανοτροφείον. Ως πρός τήν Εκκλησίαν, υπήρξε η ψυχή, τό πνεύμα, ο εποπτεύων νούς καί εις τήν Σμύρνην καί εις όλην τήν Μικράν Ασία. Σμύρνη Ταβέρνα Αυτή μαζί μέ τό πλήθος των ευεργετών εξησφάλιζαν τούς πόρους διά τήν λειτουργίαν των σχολείων καί διά τήν εξυπηρέτησιν κοινοφελών σκοπών.
Η αρχαιοτέρα των εν ζωή ελληνικών εφημερίδων η «Αμάλθεια» εξεδίδετο εις τήν Σμύρνην από του 1838. Οταν η πνοή της Ελευθερίας εθέρμαινε τήν Σμύρνην εξεδίδοντο εις αυτήν δεκαπεντάς εφημερίδων καί περιοδικών. Ολόγυρα εις τήν Σμύρνην, ως μαργαρίται του αυτού περιδεραίου, ηπλώνοντο καί εβόμβουν εις τήν ζωντανήν των ελληνικήν ψυχήν δεκάδες προαστίων καί άλλαι πόλεις μέ αμιγείς ελληνικούς πληθυσμούς όπως τά Βουρλά (Βρύουλα), ο Τσεσμές (Κρήνη), οι Κυδωνίαι (Αϊβαλί), τό Αξάριον, Αλάτσατα, Κορδελιό, Μπουρνόβα, Κουσάντασι, Μπουτζάς, Γκουλ-Μπαχτσέ κ.α.».
Χρήστος Αγγελομάτης – Τό έπος της Μικράς Ασίας

Αλλά καί η βιομηχανική δραστηριότητα σημείωσε καταπληκτική πρόοδο καί εντυπωσιακά αποτελέσματα στή νύμφη της Ιωνίας. Kαι να σκεφθεί κανείς πως η βιομηχανία στην Mικρά Aσία εξελίχθηκε μέσα σε ένα κλίμα παντελούς αδιαφορίας από την πλευρά του κράτους και απουσίας κάθε κρατικής αντίληψης σε θέματα επιχειρήσεων. Σμύρνη Εθνική Τράπεζα Σε σύνολο 5.308 εργοστασίων και εργαστηρίων του βιλαετίου της Σμύρνης, τα 4.008 ήταν ελληνικά, τα 1.216 τουρκικά, 28 αρμενικά, 21 εβραϊκά και τα υπόλοιπα ξένων. Δηλαδή το 76% περίπου ήταν ελληνικά. Σύμφωνα με μια έρευνα του Eμπορικού Eπιμελητηρίου Σμύρνης ανάμεσα σε 3.315 εργοστάσια και εργαστήρια της πόλης, χωρίς να υπολογιστούν τα 10 περίπου που ανήκαν σε ξένους, 73% ανήκαν σε Eλληνες, 26% σε Tούρκους και 1% σε Aρμένιους και Eβραίους. Eπί της συνολικής ιπποδύναμης 13.209 ατμοΐππων των ανωτέρω 5.308 εργοστασίων, οι 8.880 ήσαν ελληνικών εργοστασίων και επί συνολικής αξίας των εργοστασίων αυτών 3.854.980 περίπου χρυσών τουρκικών λιρών, οι 2.135.940 χρυσές λίρες ήταν ελληνικά κεφάλαια. Στον τομέα λοιπόν της βιομηχανίας οι Eλληνες κυριαρχούσαν μεταξύ όλων των «συνοίκων» λαών. Hταν ασυναγώνιστοι, διέθεταν κεφάλαια μεγάλα, ήταν οι περισσότεροι και μεγαλύτεροι ειαγωγείς και δάνειζαν ακόμη και το οθωμανικό κράτος.
H ραγδαία εξέλιξη του εμπορίου βοηθούσε στην αύξηση του ελληνικού πληθυσμού κι αυτός με τη σειρά του ενίσχυε τις εμπορικές εργασίες. H περίφημη προκυμαία της Σμύρνης, το Kαι (Quai) ήταν η βάση και το ορμητήριο, από το οποίο προωθείτο ο ελληνικός πληθυσμός και το εμπόριο. Σμύρνη Quai H Σμύρνη ήταν η αποθήκη του εμπορίου της δυτικής Μικράς Aσίας, όπως το Xαλέπι της Συρίας. Στις αποθήκες και τα καταστήματα των Eλλήνων της Σμύρνης έφταναν τα καραβάνια από την Tοσκάτη, Aγκυρα, Προύσα, Iκόνιο, Aττάλεια, Eρζερούμ, Nτιαρμπακίρ με βαμβάκια, νήματα, μαλλιά Aγκύρας, περσικά χαλιά, ερυθρόδανο (ριζάρι), βαφές, φαρμακευτικά είδη, κερί, σπόγγους, σιτάρια, κριθάρια, δέματα καπνού, όπιο, λάδια, κρασιά, σύκα, σταφίδες. Oλα με προορισμό την Eυρώπη. Aπό το άλλο μέρος γαλλικά, αγγλικά, ολλανδικά, αυστριακά κ.ά. καράβια προσορμίζονταν στη Σμύρνη με μετάξια Bενετίας, μεταξωτά, αργυρόχρυσες στόφες της Λυών, λουλάκι από τον Aγιο Δομήνικο, ζάχαρη, καρυκεύματα από την Kαρολίνα και τη Λουϊζιάνα της Aμερικής, χαρτιά, υαλικά, σίδερο, κασσίτερο, μόλυβδο, ορείχαλκο.
Αυτή ήταν η ζωή στή μητρόπολη της Ιωνίας, όταν απεστάλη υπόμνημα της ελληνικής κοινότητας Σμύρνης, στή Συμμαχική Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Τό υπόμνημα υπογράφονταν από τά εκλεγμένα όργανα της Ελληνικής Κοινότητος καί από τόν Μητροπολίτη Χρυσόστομο καί αναφέρονταν μεταξύ άλλων καί τά εξής:
«Ουδείς εκ των πεπολιτισμένων λαών της Ευρώπης καί Αμερικής αγνοεί ότι εκ της Ιωνίας ανέτειλαν τά πρώτα φώτα του ελληνικού πολιτισμού, ότι η ιωνική υπήρξεν η πρώτη ελληνική διάλεκτος, ότι η Ιωνία υπήρξεν η πρώτη κοιτίς της ελληνικής φιλοσοφίας καί ότι οι φωτεινοί παντός πεπολιτισμένου κόσμου ήλιοι, ο Ομηρος, ο Ησίοδος, ο Θαλής, ο Πυθαγόρας, ο Αναξαγόρας, ο Ηράκλειτος καί τόσοι άλλοι της Μικρασιάτιδος ταύτης γής υπάρχουσι τέκνα αθάνατα.
Οτε δέ μετά πάροδον αιώνων ελληνικού πολιτισμού ανέλαμψεν επί του κόσμου ο Χριστιανισμός πρώται πάλιν Μικρασιατών Ελληνικαί χείρες ήγειραν περικαλλείς τούς ναούς της του Χριστού λατρείας καί Μικρασιάται Απόστολοι, φαεινοί της Εκκλησίας αστέρες, εκήρυξαν ανά τόν κόσμον εν τή ελληνική φωνή τά θεία του Χριστού διδάγματα. Αι επτά Εκκλησίαι της Αποκαλύψεως, εν μέσω των οποίων ιδιαζόντως ηγάπησε νά περπατή ο Κύριος της δόξης άπασαι ήκμασαν εν τη Μικρά Ασία.
Ως τοις πάσι γνωστόν, ο άστοργος καί άγριος κατακτητής, κατά τα ατελεύτητα της μακράς δουλείας έτη, πάσαν προσπάθειαν κατέβαλε πρός εξόντωσιν Σμύρνη Αγία Φωτεινή – καμπαναριό του ελληνισμού δια καταστροφών, σφαγών, διωγμών, διώσεων καί παντοειδών καταπιέσεων. Αλλά ο πόθος της απελευθερώσεως των επί αιώνας βασανιζομένων συνεκράτει τήν ελληνικήν ψυχήν καί ανερρίπιζε τήν εθνικήν ιδέαν.
Μέχρι της ανακηρύξεως του Συντάγματος του 1908, οι Χριστιανοί σφάζονται καί αιωνίως σφάζονται υπό των των Τούρκων, υφ’οιανδήποτε αφορμήν πολιτεύματος καί αν ευρίσκωνται καί οιοσδήποτε Τούρκος καί αν διοική τό κράτος. Μόνον εν Σμύρνη διενεργήθησαν οι εξής σφαγαί: Τω 1770 εξ αφορμής της ναυμαχίας του Τσεσμέ χιλιάδες Ελληνες Χριστιανοί εσφάγησαν εις τάς οδούς της Σμύρνης. Τω 1797 Τούρκοι ενέπρησαν ολοκλήρους συνοικίας, έσφαξαν γυναικόπεδα καί έθεσαν πύρ εις μίαν σχολήν όπου εκάησαν αθώα παιδιά. Τω 1821 εις τάς οδούς ήρξατο κυνήγημα καί σφαγή των Ελλήνων, οίτινες εύρισκον καταφύγιον εις τά ευρωπαϊκά πλοία. Αλλά καί διαρκούντος του Παγκοσμίου Πολέμου, έχομεν πολυσέλιδον Μαύρην Βίβλον, αδυνατούσα νά περιλάβη όλας τάς γνωστάς καί παρ’αυτών των Τούρκων μέ αποκρυπτομένας πλέον καταστροφάς ελληνικών πόλεων, τάς προμελετημένας σφαγάς καί δαρμούς, τάς φυλακίσεις, τούς συνολικούς φόνους, τάς εκατόμβας των εργατικών ταγμάτων, τάς ατιμώσεις των παρθένων, τάς βεβηλώσεις των εκκλησιών, τούς εξισλαμισμούς των παίδων…»
Κάποιος γερμανός περιηγητής είχε πεί κάποτε ότι αποτελεί διαστροφή της Ιστορίας, τό γεγονός ότι η ιωνική γή δέν ανήκει στούς απογόνους αυτών πού έδωσαν τά φώτα της φιλοσοφίας καί του πολιτισμού στόν πολιτισμένο κόσμο.
Ο Βενιζέλος διεκδικεί
Ο Βενιζέλος μέ μία σειρά υπομνημάτων στίς Μεγάλες Δυνάμεις, προσπαθούσε νά προωθήσει όσο μπορούσε τό μικρασιατικό ζήτημα. Δέν παρέλειψε σέ επιστολή του Μεγάλη Ιδέα στόν Αγγλο πρωθυπουργό Λόϋδ Τζώρτζ (20 Οκτωβρίου 1918) να παραπονεθεί γιά τήν αδιαφορία των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων απέναντί στά δεινά των Ρωμιών της Μικράς Ασίας. Μέ υπόμνημα στόν Αμερικάνο Πρόεδρο Ουίλσον, στίς 3 Δεκεμβρίου 1918, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προέβαλε αξιώσεις σέ εκείνες της περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας στίς οποίες υπερείχε αριθμητικά ο ελληνικός πληθυσμός καί οι οποίες αφορούσαν τό Βιλαέτι Αϊδινίου (622.810), τό Βιλαέτι Προύσας (278.421), τό ανεξάρτητο σαντζάκι Ισμίτ (73.134), τό σατζάκι Δαρδανελλίων (38.830), τήν Τένεδο (3.752) καί τήν Ιμβρο (8.125). Γιά τήν Κωνσταντινούπολη, τόν Βόσπορο καί τά Δαρδανέλια, ο Βενιζέλος πρότεινε νά αποτελέσουν διεθνές κράτος, ενώ γιά τούς ελληνικούς πληθυσμούς πού ανήκαν σέ περιοχές πού θά παρέμεναν υπό οθωμανική διοίκηση, ζήτησε ανταλλαγή μέ τούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς πού βρίσκονταν στήν Ελλάδα, ούτως ώστε νά διασωθούν από τίς μαζικές εκτοπίσεις καί τίς σφαγές των Τούρκων. Πρώτος ο Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσώ συμφώνησε μέ τίς προτάσεις του έλληνα πρωθυπουργού. Είχε βεβαίως προηγηθεί η εκστρατεία του ελληνικού στρατιωτικού σώματος στήν Ουκρανία, κάτω από τίς γνωστές πιέσεις της Αγγλίας καί της Γαλλίας.

Στόν διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου καί στά ατελείωτα ταξίδια του, κυρίως στό Παρίσι, ο έλληνας ηγέτης είχε σάν στενό του σύμβουλο τόν Υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, καθηγητή του Δικαίου. Στήν Αθήνα, τόν αντικαθιστούσε ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως Εμμανουήλ Ρεπούλης, ενώ τόν Υπουργό Εξωτερικών αντικαθιστούσε ο Αλέξανδρος Διομήδης. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στηρίχτηκε πολύ στήν ιστορία καί στήν σταθερή παρουσία των Ελλήνων στήν Μικρά Ασία επί αιώνες γιά νά προβάλει καί νά υπερασπισθεί τίς εθνικές διεκδικήσεις:
«Η σπονδυλική στήλη της Ελλάδος έχει κατεύθυνση πρός Ανατολάς. Γιά νά γίνει βιώσιμο τό ελληνικό κράτος πρέπει νά στρογγυλοποιηθεί καί όχι νά αποκτήσει λωρίδες παραλιακών περιοχών στίς βόρειες ακτές του Αιγαίου, λωρίδες χωρίς βάθος. Η στρογγυλοποίησις θά γίνη μέ τήν απόκτηση της Ιωνίας (της Σμύρνης με τό εσωτερικό της). Η Ιωνία είναι ελληνική μέ απαράγραπτα δικαιώματα του Ελληνισμού. Καί είναι μία πραγματική γή της Επαγγελίας.»
Η διάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων στίς διεκδικήσεις του Βενιζέλου ήταν θετική. Μικρά Ασία – χάρτης Ανεγνώρισαν τίς ελληνικές αξιώσεις τόσο στήν Δυτική όσο καί στήν Ανατολική Θράκη, συμφώνησαν τόσο στήν παραχώρηση της Σμύρνης καί των Κυδωνιών στήν Ελλάδα όσο καί τήν προσάρτηση της Δωδεκανήσου καί της Βορείου Ηπείρου στήν ελληνική επικράτεια. Κύριος αντίπαλος στήν ελληνική εξωτερική πολιτική ήταν η Ιταλία, αλλά καί οι διαφορές πού χώριζαν τίς Μεγάλες Δυνάμεις καθώς η μία διακατέχονταν μέ καχυποψία έναντι της άλλης. Κυρίως ο ανταγωνισμός ήταν οξύτατος μεταξύ Αγγλίας καί Γαλλίας καί αυτό συνετέλεσε ώστε νά μήν τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Τουρκίας έναντι της Αντάντ, μετά τήν ανακωχή πού υπεγράφη στό Μούδρο της Λήμνου (17 Οκτωβρίου 1918). Καί αυτές οι δεσμεύσεις αφορούσαν εκτός από τήν παράδοση του Ελλησπόντου καί του Βοσπόρου στούς Συμμάχους, τήν εγκατάλειψη της Υεμένης, της Συρίας, της Μεσοποταμίας καί της Κιλικίας καί τήν αποστράτευση του τουρκικού στρατού.
Ιταλοί καί Γάλλοι δέν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα γιά τόν αφοπλισμό του τουρκικού στρατού, γεγονός πού έσπευσαν νά επωφεληθούν οι Τούρκοι οι οποίοι διέβλεπαν πλέον τήν πτώση της οθωμανικής κυβερνήσεως καί προσδοκούσαν ένα καλύτερο μέλλον γιά τό έθνος του, μέ ηγέτη τόν μοναδικό άνθρωπο πού μπορούσε νά αντιμετωπίση τήν χαώδη κατάσταση πού επικρατούσε καί ο οποίος δέν ήταν άλλος από τόν στρατηγό Μουσταφά Κεμάλ. Ο Κεμάλ αντέδρασε στούς ταπεινωτικούς όρους των Συμμάχων καί οργάνωσε ένα εθνικιστικό κίνημα αντίστασης από τήν ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Καί διάλεξε τήν Σαμψούντα του Πόντου γιά νά ξεκινήσει τήν οργάνωση του εθνικιστικού κινήματος πού θά έσωζε τήν Τουρκία από τήν καταστροφή.
Η Ελλάς εν Σμύρνη
Οταν η Τουρκία έλαβε μέρος στόν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στό πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, ο τότε Αγγλος πρωθυπουργός Ασκουϊθ, σέ λόγο του στήν βουλή, είπε ότι ο σουλτάνος μέ αυτό πού έπραξε είχε σκάψει τόν τάφο του καί η αυτοκρατορία του, πού είχε σύρει τό ξίφος, θά κατεστρέφετο διά του ξίφους. Καί φυσικά άρχισαν οι συνεννοήσεις γιά τήν διανομή των εδαφών της οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά τήν επικείμενη πτώση της. Οι Ρώσσοι πρόβαλαν αξιώσεις γιά τήν Κωνσταντινούπολη καί τά στενά (αξιώσεις πού εγκαταλείφθησαν μετά τήν οκτωβριανή επανάσταση), οι Ιταλοί αξίωσαν τα βιλαέτια Αϊδινίου (Σμύρνης), Ικονίου καί Αδάνων, οι Γάλλοι τήν Συρία καί την Παλαιστίνη καί οι Αγγλοι τήν Αραβία καί τή Μεσοποταμία μέ τά πετρέλαιά τους.

Οι Σύμμαχοι, προκειμένου νά επιβάλλουν τίς διεκδικήσεις τους στήν καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία, δέν είχαν έτοιμο στρατό παρά μόνο τόν ελληνικό ή τόν ιταλικό καί αυτό διότι, Αγγλοι καί οι Γάλλοι, κάτω από τήν πίεση της κοινής γνώμης, είχαν προβεί σέ εκτεταμένες αποστρατείες. Από τήν άλλη δέν ήθελαν νά χρησιμοποιήσουν τόν ιταλικό στρατό για τήν επιβολή των όρων της Συνθήκης Ειρήνης, διότι θά εδραιώνονταν η Ιταλία στήν Μικρά Ασία, κάτι πού ήταν ανεπιθύμητο σέ Λονδίνο καί Παρίσι. Οταν λοιπόν, η Ιταλία αποβίβασε εντελώς απροειδοποίητα, στρατεύματα στήν Αττάλεια καί τήν Μάκρη της Μικράς Ασίας, οι Σύμμαχοι εξοργίστηκαν καί ανάγκασαν τήν ιταλική αντιπροσωπεία, νά αποχωρήσει από τίς εργασίες της Διάσκεψης. Ετσι Αγγλογάλλοι καί Αμερικάνοι, εκμεταλλευόμενοιτήν απουσία των Ιταλών, αποφάσισαν τήν άμεση αποστολή στή Σμύρνη ελληνικού στρατού. Καί βεβαίως οι αιώνιοι υποκριτές της Δύσης επισήμως δήλωσαν ότι στέλνουν ελληνικό στρατό γιά νά Ελεύθερη Σμύρνη σώσει τούς χριστιανικούς πληθυσμούς από τίς σφαγές των μουσουλμάνων. Aκόμα, οι αιώνιοι ανέντιμοι της Δύσης, παρότι ήταν δεσμευμένοι νά στηρίξουν τόν ελληνικό στρατό σέ περίπτωση τουρκικής απειλής, λίγα χρόνια αργότερα θά υπέγραφαν συμμαχία μέ τόν Κεμάλ καί όχι μόνο θά άφηναν αβοήθητους τούς Συμμάχους τους Ελληνες, αλλά θά βοηθούσαν τόν αντίπαλο τουρκικό στρατό.
«Λόυντ Τζωρτζ: Εχετε διαθέσιμον στρατόν;
Ελευθέριος Βενιζέλος: Εχομεν. Περί τίνος πρόκειται;
– Απεφασίσαμεν σήμερον μετά του Προέδρου Ουίλσωνος και του κ. Κλεμανσώ ότι δέον να καταλάβετε την Σμύρνην.
– Είμεθα έτοιμοι.
– Πόσον στρατόν δύνασθε νά στείλετε αμέσως;
– Μιάν μεραρχίαν 15.000 ανδρών …»

Αμέσως ο Βενιζέλος έδινε τηλεγραφικά εντολή στόν αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως Ρεπούλη, για την προετοιμασία απόβασης του ελληνικού στρατού στη μικρασιατική ακτή, ζητώντας ταυτόχρονα πλήρη εχεμύθεια: «Ταύτην την στιγμήν το Ανώτατον Συμβούλιον με πληροφορεί ότι εν τη σημερινή συνεδριάσει απεφάσισεν όπως το εκστρατευτικό σώμα αναχωρήση διά Σμύρνην. Η απόφασις ελήφθη παμψηφεί. Ζήτω το Έθνος…». Η νηοπομπή των ελληνικών πολεμικών καί μεταγωγικών σκαφών πού θά μετέφερε τήν Α’ Μεραρχία από τόν λιμένα Ελευθερών της Μακεδονίας στή Σμύρνη είχε ήδη ετοιμασθεί, αλλά ουδείς γνώριζε ότι ο τόπος προορισμού ήταν η μητρόπολη της Ιωνίας. Στίς 30 Απριλίου 1919, τήν ώρα του απόπλου ανεγνώσθη πρός τους στρατιώτες καί τούς αξιωματικούς της Μεραρχίας η ιστορική Ημερήσια Διαταγή του Πρωθυπουργού καί Υπουργού Στρατιωτικών:
«Απεφασίσθη υπό των μεγάλων Δυνάμεων η διά του ελληνικού στρατού κατάληψις της Σμύρνης και η εξασφάλισις της τάξεως εκεί. Αποστολή, τιμητικωτέρα της οποίας σπανίως ανετέθη εις τμήμα του εθνικού στρατού, καθ’ όλην τη μακράν του ιστορίαν…
Γνωρίζω εκ των προτέρων ότι θά ευρεθήτε εις τό ύψος της αποστολής σας. Γνωρίζω ότι πάντες αξιωματικοί καί οπλίται, αισθάνεσθε δικαίαν υπερηφάνειαν διά τήν αποστολήν σας ταύτην…Είναι ανάγκη, όπως έκαστος εκ των ανδρών της μεραρχίας εμπνέεται από τήν συναίσθησιν ότι ο ίδιος αντιπροσωπεύει τήν Ελλάδα. Πολεμικό Αβέρωφ στή Σμύρνη 1919 Πρέπει ανά πάσαν στιγμήν νά ενθυμήται ότι από κάθε λόγον του από κάθε πράξιν του εξαρτάται η πρός τήν Ελλάδα εκτίμησις, ου μόνον τών ομογενών αλλά καί τών ξένων στοιχείων, άτινα ευρίσκονται πολυάριθμα εις τήν Σμύρνην.
Συστάσεις δια την συμπεριφορά σας απέναντι των ομογενών δέν έχω ανάγκην νά σας κάμω. Επί αιώνας ήδη αναμέναμεν τήν ευτυχή ταύτην ημέραν, χωρίς ποτέ ν’απελπισθώμεν, ούτε εν τώ μέσω των μεγαλυτέρων συμφορών.
Εκτός τούτου όμως, είναι αναγκη νά δείξετε διά της συμπεριφοράς σας καί πρός τό τουρκικόν, τό εβραϊκόν καί τό αρμενικόν στοιχείον ότι ο ελληνικός στρατός όχι μόνο δέν υστερεί των συμμαχικών κατά τήν γενναιότητα, τήν αυταπάρνησιν καί τήν ευγένειαν της ψυχής, αλλά ότι συγχρόνως διεκδικεί ότι ευρίσκεται εις τήν πρώτην γραμμήν του πολιτισμού.
Αί ευχαί ολοκλήρου του έθνους σας συνοδεύουν.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ»
Στο βιβλίο του «Χρονικόν μεγάλης τραγωδίας» ο Χρήστος Αγγελομάτης περιγράφει τις συγκινητικές στιγμές της αναχώρησης μέ προορισμό τή γή της Μικράς Ασίας : «Όταν δε ο πλωτάρχης Σαχτούρης ανέφερεν εις τον μέραρχον, ότι όλα είναι έτοιμα διά τον απόπλουν, ο Ζαφειρίου έκαμε τρεις φορές το σημείον του σταυρού, έσκυψε και εφίλησε τον αρχηγό του μεραρχικού πεζικού, συνταγματάρχην Χαρίλαον Τσερούλην, ενώ ένα δάκρυ εκυλούσεν εις τα μάτια του.» Η 1η Μεραρχία ήταν μία από τις πλέον ένδοξες του ελληνικού στρατού. Τη συγκροτούσαν κυρίως Θεσσαλοί και κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, υπό τον αντιστράτηγο Μανουσογιαννάκη, είχε επαξίως κερδίσει τον τίτλο της «σιδηράς». Η δόξα της επισφραγίστηκε στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διοικητής της Μεραρχίας, πού περιελάμβανε τα συντάγματα πεζικού 4ο, 5ο καί 1/38 Ευζώνων, μέ διοικητές τούς αντισυνταγματάρχες Αλέξανδρο Σχινά, Κωνσταντίνο Πολεμικό Λήμνος στή Σμύρνη 1919 Τσάκαλο καί Διονύσιο Σταυριανόπουλο, ήταν ο συνταγματάρχης πυροβολικού Νικόλαος Ζαφειρίου: «Οπουδήποτε καί αν διευθυνθώμεν, πρόκειται νά ελευθερώσωμεν υπόδουλους αδελφούς μας. Ο ενθουσιασμός υπό του οποίου πάντες πληρούμεθα είναι λίαν δικαιολογημένος, είναι όμως αδικαιολόγητος οισδήποτε απρεπής τρόπος εκδηλώσεως τούτου.»
Την περίοδο εκείνη στη Σμύρνη βρισκόταν τουρκική στρατιωτική δύναμη 3.000 περίπου ανδρών, η οποία στρατοπέδευε σε στρατώνες κοντά στο διοικητήριο της πόλης στο νότιο τμήμα της προκυμαίας. Το πρωί της 1ης Μαΐου ο ναύαρχος Κάλθορπ επέδωσε στον βαλή της Σμύρvnς διακοίνωση με την οποία του γνωστοποιούσε την απόφαση του Συνεδρίου για στρατιωτική κατάληψη της πόλης και του ζήτησε την επόμενη μέρα το τουρκικό στρατιωτικό τμήμα να παραμείνει στους στρατώνες. Ελληνικός στρατός Σμύρνη 1919 Λίγο πριν από το μεσημέρι της 1ης Μαΐου, ναυτικά αγήματα των Συμμάχων κατέλαβαν τα εξωτερικά φρούρια της Σμύρνης.
Η νύμφη της Ιωνίας, η Σμύρνη, ζούσε τήν σημαντικότερη στιγμή της Ιστορίας της. Λίγες ώρες μετά επρόκειτο να αποβιβαστούν στην προκυμαία της τα στρατεύματα της ελεύθερης Ελλάδος, τα οποία οι Ρωμιοί της πόλης θα υποδέχονταν ως απελευθερωτές. Η απελευθέρωση της Ρωμιοσύνης είχε αρχίσει τό 1821 από Μωριά, Ρούμελη, συνεχίστηκε τό 1881 στήν Θεσσαλία, τό 1912 στή Μακεδονία, τήν Ηπειρό, τήν Κρήτη καί τό Αιγαίο καί τό 1919 στήν Θράκη καί στήν γή της Ιωνίας. Η ιστορική δικαιοσύνη απαιτούσε τήν εκδίωξη του κατακτητή από τά εδάφη πού είχε αρπάξει καί τήν τιμωρία του γιά τήν εξόντωση των γηγενών. Τό μόνο πολιτικό κόμμα πού υποστήριζε τό δίκαιο του οθωμανού κατακτητή καί εναντιώνονταν στήν επάναφορά των εδαφών καί των μνημείων στούς νόμιμους κατόχους τους, ήταν τό ΚΚΕ. Οι διεθνιστές της Αριστεράς θά έκαναν τά πάντα γιά νά εδραιωθεί τό κεμαλικό κράτος πάνω στά κόκκαλα των γηγενών της Μικράς Ασίας. Αντίστοιχα καί σήμερα, οι διεθνιστές της Παγκοσμιοποίησης υποστηρίζουν μέ κάθε τρόπο τήν κεμαλική Τουρκία στήν προσπάθειά της νά εδραιωθεί στά Βαλκάνια. Οι εποχές καί οι άνθρωποι αλλάζουν, οι πολιτικές μένουν οι ίδιες.
Οι Ρωμιοί της Σμύρνης έβλεπαν τούς εαυτούς τους ελεύθερους έπειτα από αιώνες σκλαβιάς καί έκαναν όνειρα. Τήν 1η Μαΐου 1919 δημογέροντες, κοινοτικοί επίτροποι και άλλοι πρόκριτοι της Ελληνορθόδοξης κοινότητας της Σμύρνης, συγκεντρώθηκαν μετά από πρόσκληση του Ελεύθερη Σμύρνη Μητροπολίτη Χρυσόστομου, στο Μέγα Συνοδικό της Μητρόπολης. Ο περίβολος της Αγίας Φωτεινής γέμισε ασφυκτικά από κόσμο. Μετά από λίγο κατέφθασε ο Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, ναύαρχος Ηλίας Μαυρουδής. Στην αρχή της συνεδρίασης ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος πήρε τον λόγο και απευθυνόμενος στην ηγεσία της κοινότητας είπε:
«Αδελφοί το πλήρωμα του χρόνου επέστη. Οι πόθοι των αιώνων εκπληρούνται. Οι έκτακτοι χρόνοι ήγγικαν. Αι μεγάλαι ελπίδες του γένους μας, ο ανύστακτος, ο σφοδρός, ο μύχιος, ο θερμός, ο καίων και φλογίζων ως ο πεπυρακτωμένος σίδηρος τα σπλάχνα μας πόθος προς ένωσιν μετά της μητρός μας Ελλάδος, ιδού κατά τη σήμερον ιστορικήν και αξιομνημόνευτον ημέραν της 1ης Μαΐου γίνεται πράγμα και γεγονός τετελεσμένον…
Από της σήμερον αποτελούμεν αναπόσπαστον τμήμα της ηνωμένης, της ενδόξου, της αθανάτου μεγάλης μας πατρίδος Ελλάδος, η αποβίβασις των ελληνικών μεραρχιών εις τα Μικρασιατικά παράλια ήρξατο, το εξωτερικόν φρούριον της Σμύρνης κατελήφθη υπό των ελληνικών στρατευμάτων. Αύριο οι ελευθερωτές μας εισέρχονται…
Η μικρά και ένδοξος Ελλάς, μεγενθυνομένη ούτω, θα βαδίση γοργώ τω βήματι προς ένδοξότατον μέλλον… Το ζήτημα ήτο να θέση άπαξ τον πόδα της επί της Μικράς Ασίας και της Θράκης και τον έθηκε πλέον βαρύν… εις τήν πλέον κρίσιμον της ιστορίας της περίοδον, ανέστησεν εν τη Ελλάδι η Θεία Πρόνοια τόν μέγιστον των πολτικών της ανδρών, τόν Ελευθέριον Βενιζέλον…
Ζήτω η Μεγάλη μας Πατρίς Ελλάς. Ζήτω η Ελληνική Σμύρνη. Ζήτω ο Βενιζέλος. Ζήτω ο ναύαρχός μας Ηλίας Μαυρουδής. Ζήτω η ένωσίς μας μετά της μητρός Ελλάδος.»
Στη συνέχεια πήρε τον λόγο ο ναύαρχος Ηλίας Μαυρουδής, ο οποίος διάβασε τό ακόλουθο τηλεγράφημα του Προέδρου της Κυβερνήσεως Βενιζέλου:
«Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβη τη Σμύρνην ίνα ασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αυτή ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριο, είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος. Διατελέσαs μέχρι των Βαλκανικών Πολέμων υπόδουλος υπό τον αυτόν σκληρότατον ζυγόν, εννοώ ποία αισθήματα χαράς θα πλημμυρίσουν σήμερον τας ψυχάς των Ελλήνων της Μικρασίας. Την εκδήλωση των αισθημάτων τούτων δεν εννοώ βεβαίως να παρεμποδίσω.
Αλλά είμαι βέβαιος ότι η εκδήλωσις αύτη δεν θα λάβη ουδένα χαρακτήρα ούτε εχθρικότητος, ούτε υπεροψίας απέναντι ουδενός των συνοίκων στοιχείων του πληθυσμού…. Η ελληνική ελευθερία θά φέρη πρός όλους, ανεξαρτήτως φυλής καί θρησκεύματος, τήν ισότητα καί τήν δικαιοσύνην..»
Τό πρωΐ της 2ας Μαΐου 1919 τά πάντα ήταν έτοιμα γιά τήν απόβαση. Περίπολοι Ελλήνων ναυτών κυκλοφορούσαν κατά μήκος της προκυμαίας γιά τήν τήρηση της τάξης, ενώ οι πολίτες είχαν κατακλύσει τούς δρόμους του λιμανιού. Η πρωϊνή ομίχλη είχε διαλυθεί καί ο ήλιος της ελευθερίας φώτιζε τή θάλασσα του Ερμαίου Κόλπου. Οι ακτίνες του αστραποβολούσαν στήν κορώνα του μητροπολίτη. Φέροντας τά αυτοκρατορικά άμφιά του ο Χρυσόστομος μέ τόν κλήρο περίμενε νά ευλογήσει τούς απελευθερωτές.
«Ο Σμύρνης Χρυσόστομος φορούσε τόν αυτοκρατορικό του μανδύα κι’ ένα θείο φώς κατηύγαζε τήν σεπτήν του μορφή. Κι’ έσπευσεν ο ίδιος νά υποδεχθή τόν πλοίαρχον Χρυσόστομος Σμύρνης 1919 Μαυρουδή. Ο ευσταλής αξιωματικός, ωχρός από τήν συγκίνησιν, εχαιρέτησε στρατιωτικώς καί εν μέσω γενικής κατανύξεως ανήγγειλεν: Η 1η Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού καταλαμβάνει τήν Σμύρνη εν ονόματι του Βασιλέως Αλεξάνδρου…
Λυγμοί χαράς μόνον …Ο Χρυσόστομος ευλογεί τόν πλοίαρχον καί τόν αγκαλιάζει κλαίων. Καί ο σκληροτράχηλος θαλασσόλυκος πέφτει βαρύς τσακισμένος από τήν συγκίνησιν…»
Παντελής Καψής, δημοσιογράφος εκ Σμύρνης

Στίς 7:30 άρχισε η αποβίβαση των τμημάτων στόν προβλήτα της Πούντας. Τό 4ο σύνταγμα κατευθύνθηκε στά όρια της τουρκικής καί της ελληνικής συνοικίας ενώ τό 1/38 σύνταγμα ευζώνων στήν αποβάθρα της Λέσχης των Κυνηγών. Η ηθοποιός Κυβέλη, πού έτυχε νά βρίσκεται στήν Σμύρνη, έρρενε μέ τριαντάφυλλα τούς ευζώνους μας. Τό σύνθημα στίς φρουρές μας, τό έδωσε ο συνταγματάρχης Ζαφειρίου καί ήταν: «Παλαιολόγος – Κωνσταντινούπολις».
Τό 1/38 σύνταγμα θά περνούσε από τό διοικητήριο καί τίς φυλακές. Ο επικεφαλής ταγματάρχης Τζαβέλλας, στεφανωμένος αυτός καί οι άντρες του μέ λουλουδένια στεφάνια από τίς Σμυρνιωτοπούλες, προχωρούσε αμέριμνος μέσα στό πλήθος πού παραληρούσε. Εξαφνα καταιγισμός από σφαίρες θέρισαν τήν προφυλακή. Ο λοχαγός Νικολάου διατάζει ακροβολισμό. Δέκα Εύζωνοι πέφτουν κτυπημένοι, οι δύο έιναι ήδη νεκροί. Μαζί τους πέφτουν νεκρά καί γυναικόπαιδα από τό πλήθος.
Οι Ελληνες τσολιάδες όρμησαν μέ τήν ξιφολόγχη στό διοικητήριο καί διέλυσαν τήν εστία αντίστασης συλλαμβάνοντας τρείς χιλιάδες αιχμαλώτους. Οι νεκροί όμως αμαύρωσαν τη γενική χαρά. Οι Τούρκοι σύμφωνα μέ τούς όρους ανακωχής έπρεπε νά παραδώσουν τά όπλα τους. Αλλά ήταν οι Ιταλοί καί οι Γάλλοι εκείνοι πού τούς είχαν προμηθεύσει μέ όπλα καί θά συνέχιζαν νά τό κάνουν μέχρι τέλος. Καί ήταν Ιταλοί καί Γάλλοι εκείνοι πού κατηγόρησαν τόν ελληνικό στρατό γιά τή συμπλοκή πού έγινε. Ηταν Ιταλοί καί Γάλλοι εκείνοι πού είχαν ανοίξει τίς φυλακές καί είχαν αφήσει ελεύθερους αποβράσματα πού διψούσαν γιά αίμα. Καί ήταν οι Αγγλοι αυτοί πού θά έφερναν τό χειρότερο πρόσωπο πού μπορούσαν νά φέρουν στή Σμύρνη ως Αρμοστή, τόν Αριστείδη Στεργιάδη, ο οποίος φρόντισε νά εκτελέσει ως υπαίτιους γιά τά αιματηρά επεισόδια, δύο Ελληνες ώστε νά γίνει έτσι αρεστός στίς Μεγάλες Δυνάμεις.
Μαινεμένη – Μαγνησία – Αϊβαλί
Την 6η Μαΐου το Ανώτατο Διασυμμαχικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείτο από τον Πρόεδρο Ουίλσων, τον Λόυδ Τζωρτζ, τον Κλεμανσώ και τον Σοννίνο, συνήρχετο εκτάκτως. Ο Βενιζέλος έδραξε τήν ευκαιρία νά ζητήσει διεύρυνση του προγεφυρώματος προκειμένου νά αντιμετωπίσει τίς επιθέσεις των Τούρκων ατάκτων αλλά καί γιά νά επαναπατριστούν 300.000 πρόσφγες πού είχαν καταφύγει στά νησιά, όταν ξεκίνησαν οι σφαγές του 1914. Η έγκριση δόθηκε καί ο ελληνικός στρατός ήταν έτοιμος νά πατήσει καί άλλα ιερά χώματα ύστερα από πέντε αιώνες βάρβαρης καί ξενικής κατοχής.

Ας παρακολουθήσουμε τόν Γιάννη Καψή πώς περιγράφει τήν απελευθέρωση των πόλεων πού βρίσκονταν πρός βορρά στήν κοιλάδα του Έρμου ποταμού.
«Όταν ελήφθη η διαταγή επέκτασης της Κατοχής, η τάξη είχε αποκατασταθεί πλήρως στην περιοχή της Σμύρνης. Το σχέδιο του διοικητή της 1ης Μεραρχίας συνταγματάρχη Ζαφειρίου απέβλεπε στη περικύκλωση της πόλης και της τουρκικής συνοικίας περιλαμβανομένης. Ήλπιζε ότι με τον τρόπο αυτό οι Τούρκοι δεν θα τολμούσαν να κινηθούν – θα ησύχαζαν. Και δικαιώθηκε απόλυτα. Ο Τούρκος είναι Ασιάτης, βάρβαρος και μόνο την ισχύ σέβεται.
Η κατάληψη της Μαινεμένης είχε μεγάλη στρατηγική σπουδαιότητα, γιατί ο πληθυσμός της, στο μεγαλύτερο ποσοστό τουρκικός, υποστήριζε την κίνηση των Νεότουρκων, ήταν οπλισμένος και θα πλευροκοπούσε το Στρατό μας στη κατάλληλη ευκαιρία. Εφόσον παρέμενε ελεύθερη, το φρόνημα των Τούρκων θα ήταν υψηλό. Έπρεπε να καταληφθεί με κάθε θυσία. Κι όμως, ο αντισυνταγματάρχης Τσάκαλος, διοικητής του 5ου συντάγματος Πεζικού, κατέλαβε τη πόλη χωρίς να χυθεί αίμα και δέχονταν την παράδοση του εκεί τουρκικού τάγματος.
Η αναίμακτη κατάληψη της Μαινεμένης οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σ’ έναν Μικρασιάτη δημοσιογράφο, τον Κώστα Μισαηλίδη. Ήταν εκείνος, που με κίνδυνο της ζωής του έπεισε τους δημογέροντες της πόλης να μη παρασυρθούν από το Κομιτάτο και να υποταχθούν στο «Κισμέτ». Αν δεν τους έπειθε, θα τον έσφαζαν – κι όμως δεν δείλιασε.
Το ηθικό τους κλονίσθηκε κι οι αρχηγοί τους αποφάσισαν να δώσουν την αποφασιστική μάχη στην Μαγνησία – την ακρόπολη του τουρκικού μισελληνισμού. Στην πόλη αυτή, που παρά το ελληνικότατο όνομα της ήταν τουρκική (μόνο 8.000 Έλληνες υπήρχαν σε πληθυσμό 80.000), είχαν εγκατασταθεί από το 1912 πολυάριθμοι Τουρκοκρήτες, άνθρωποι, που είχαν το μίσος του Ασιάτη και την παλικαριά του Κρητικού. Μισούσαν πιο πολύ κι από την Ελλάδα τους Έλληνες, πιο πολύ κι από τους Έλληνες τον Βενιζέλο. Δεν λησμονούσαν ότι από την Μαγνησία ξεκίνησε ο Μωάμεθ ο Πορθητης για να καταλάβει την Πόλη, την Αγιά Σοφιά. Και κατά την διάρκεια του μεγάλου πολέμου υπέβαλαν τους λίγους Χριστιανούς συντοπίτες τους σε φρικτά βασανιστήρια.
Οταν ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Τσάκαλος, με δύο τάγματα πεζικού, ένα ουλαμό πυροβολικού και ένα ουλαμό ιππικού, προχωρούσε προς Μαγνησία Μεγάλη Ιδέα ήλπιζε ότι οι Τούρκοι θα προέβαλλαν αντίσταση. Τον γέλασαν όμως, του έκλεψαν μια σίγουρη νίκη. Έφτανε να διαδοθεί η φήμη, ότι «οι Έλληνες έρχονται» για να εξανεμισθεί το πολεμικό μένος των Τούρκων έφτανε οι σαλπιγκτές να σαλπίσουν επέλαση, για να τραπούν σε άτακτο φυγή οι Τσέτες. Αυτός ήταν ο Στρατός μας την εποχή εκείνη, κέρδιζε μάχες με μόνο τη φήμη της ανδρείας του – φήμη μεγάλη, κατώτερη, όμως, της πραγματικότητας. Το μεσημέρι της 12ης Μαΐου ο αντισυνταγματάρχης Τσάκαλος, έφιππος, επικεφαλής των ανδρών του, έμπαινε με υψωμένη την Γαλανόλευκη στην πατρίδα του Μωάμεθ. Ασφαλώς τη στιγμή εκείνη η ψυχή του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου θ’ αγαλλίασε.
Η κατάληψη της Μαινεμένης και της Μαγνησίας άνοιξε το δρόμο προς βορρά, προς τις Κυδωνιές, το θρυλικό Αϊβαλή. Πριν περιγράψει κανείς την απελευθέρωση της, πρέπει να περιγράψει την ίδια τη πόλη, την αδούλωτη πρωτεύουσα της Αιολίας. Κι ήταν πραγματικά αδούλωτη. Μετά τη Σμύρνη, το Αϊβαλί (Κυδωνιές) ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Δυτικής Μικράς Ασίας. Οι 40.000 κάτοικοι της ήταν όλοι σχεδόν Έλληνες κι ακόμη περισσότερο: Ήταν υπέροχοι Έλληνες, που στα θαρραλέα στήθια τους έκαιγε άσβηστη η φλόγα της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν γενναίοι, ατίθασοι και δεν έσκυψαν ποτέ τον τράχηλο στον Τούρκο. Τους έλεγαν ραγιάδες, μα δεν ήταν. Είχαν κατορθώσει ν’ απελευθερώσουν την πόλη τους, πολύ πριν αποβιβασθεί ο Στρατός μας στη Σμύρνη. Οι Αϊβαλιώτες, ατρόμητοι κοντραμπατζήδες, έφθαναν μέχρι τα βάθη της Ανατολίας κι εφοδίαζαν τους Χριστιανούς με όπλα τους θέρμαιναν την ψυχή τους μ’ ελπίδα. Είχαν, μάλιστα, επεκτείνει την… ηγεμονία τους και σε αρκετό βάθος, σ’ όλα τα χωριά του Αϊβαλί. Οι Τούρκοι τους έτρεμαν αλλά και τους σέβονταν. Και μεταξύ τους υπήρχε μια σιωπηρά συμφωνία: Οι Αϊβαλιώτες θ’ άφηναν τις Αρχές να παραμένουν στην πόλη τους και τις λίγες τουρκικές οικογένειες να ζουν ανενόχλητα. Αρκεί να μη τους πείραζε κανείς, αρκεί να μη τολμούσε ζαπτιές να σηκώσει το χέρι του στα παλληκάρια της, άπιστος το βλέμμα του στις όμορφες Αϊβαλιώτισσες.
Το βράδυ της 15ης προς 16η Μαΐου η «Υπεροχή» κι η «Εσπερία», με τρεις λόχους Κρητών, ένα λόχο πολυβόλων και μια πυροβολαρχία, καταπλέουν στο λιμάνι των Κυδωνιών. Ο διοικητής της αποβατικής δύναμης, αντισυνταγματάρχης Θωμάς, αποβιβάζει αμέσως την διλοχία Βλαστού και καταλαμβάνει τη χερσόνησο Ποντικονήσι, για υποστήριξη της κύριας απόβασης, που θα γίνει την αυγή. Κι αυτός, όμως, δεν πρόλαβε. Λίγο πριν αρχίσει η απόβαση, η διλοχία Βλαστού συμπλέκεται με τμήμα Τούρκων άτακτων. Τους συντρίβει και τους καταδιώκει και οι τρομοκρατημένοι Τσέτες σκορπίζουν τον πανικό και στους υπόλοιπους. Πριν αρχίσει η απόβαση, ο Καϊμακάμης παίρνει τ’ ασκέρια του και σπεύδει να εγκαταλείψει το Αϊβαλή. Και η απόβαση, που το Στρατηγείο περίμενε, ότι θα ήταν πολυαίμακτη, μεταβάλλεται σε στρατιωτικό περίπατο. Οι Τούρκοι φεύγουν… κι οι Αϊβαλιώτες πανηγυρίζουν. Είναι ελεύθεροι.»
Γιάννης Καψής, Χαμένες Πατρίδες
«Βέβαια δέν μπορώ νά μήν κάνω ένα πολιτικό σχόλιο γιά τήν Ελλάδα του 2010. Τό ΠΑΣΟΚ, έπειτα από εντολές άνωθεν, έθαψε τό πατριωτικό του πρόσωπο κάνοντας στροφή 180 μοιρών στήν εθνική πολιτική, κάτι πού μόνο οι οπαδοί του δέν έχουν καταλάβει. Ο Καψής, παλαιό κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, μέ τήν σημερινή ιδεολογιά του κυβερνωντος κόμματος θά χαρακτηρίζονταν ως εθνικιστής, ακροδεξιός, φασίστας καί ιδιαίτερα μέ βάση αυτά πού γράφει στό εθνοκεντρικό του βιβλίο τό οποίο αφενός υπερασπίζεται τήν εκστρατεία μας πρός τήν Ανατολή αφετέρου αποκαλεί τούς Τούρκους βαρβάρους καί τίς πράξεις τους θηριωδίες καί εγκλήματα. Αμοιρε Ελληνα πασοκτζή ψηφοφόρε πως ακολουθείς ένα κόμμα πού κινείται σέ αντίθετη κατεύθυνση από αυτή πού ξεκίνησε; Ο σοσιαλισμός μετατράπηκε σέ καπιταλισμό. Τά ζιβάγκο έγιναν πανάκριβα κουστούμια, τά διαμερίσματα στά Πατήσια έγιναν βίλλες στήν Εκάλη, ο πατριωτισμός μεταλάχτηκε σε ελληνοτουρκική φιλία. Τό «έξω από τό Νάτο» έγινε «ευχαριστούμε τούς Αμερικάνους», τό «βυθίσατε τό Χόρα» έγινε «πετάξτε τή σημαία από τά Ιμια», τό «η Ελλάδα ανήκει στούς Ελληνες» έγινε «η Ελλάδα ανήκει στούς Ασιάτες», τό «ο λαός στήν εξουσία» μεταλάχτηκε σέ «οι ΜΚΟ καί τά ΜΜΕ στήν εξουσία», τό «δέν παραχωρούμε τίποτα» έγινε «ας δώσουμε μερικά στρέμματα γιά νά κοιμόμαστε ήσυχοι», οι κρατικοποιήσεις μετατράπηκαν σέ μετοχοποιήσεις, καί δέν συμμαζεύεται….»
Βουρλά – Κασαμπάς – Αϊδίνιον – Εφεσσος – Οδεμήσιον – Θείρα – Βαϊνδήριον – Πυργί – Πέργαμος – Αξάριον
Τήν 4η Μαΐου εστάλη δύναμις στά Βουρλά (Βρύουλα), όπου ο πληθυσμός (40.000) ήταν αμιγώς ελληνικός, ακολούθησε στίς 9 Μαΐου τό Βαϊνδήριον, τό Πυργί (Μπιρτζέ) ο Κασαμπάς, η Έφεσος, στίς 14 τό Αϊδίνιον (Τράλλεις), στίς 16 τά Θείρα, στίς 30 η Πέργαμος καί στίς 31 Μαΐου τό Δικελή. Η απελευθέρωση της κοιλάδας του Καΐστρου στοίχισε πολύ αίμα καί σκληρές μάχες. Πρωταγωνιστές καί άξιοι ηγήτορες υπήρξαν οι αξιωματικοί Νίδερ, Τζαβέλλας, Τσερούλης, Νικολάου, Σταυριανόπουλος, Γ. Λαμπράκης καί τόσοι άλλοι.
Οταν οι τσολιάδες του 11/38 τάγματος ήταν έτοιμοι νά καταλάβουν τήν Εφεσο, είδαν πολλούς ιππείς νά έρχονται καλπάζοντας πρός αυτούς. Ενώ ακροβολίστηκαν γιά νά τούς αντιμετωπίσουν αντιλήφθηκαν ότι δέν ήταν Τσέτες. Ηταν Ελληνόπουλα από τό χωριό Κιρκιντζέ (Κιρκίντζα), πού έσπευδαν νά προϋπαντήσουν τούς απελευθερωτές τους. Τό Κιρκιντζέ ήταν βυζαντινή πόλη στην Κοιλάδα του Κάυστρου καί διέθετε πύργο, ο οποίος αποτελούσε μέρος συστήματος προειδοποίησης μεγάλης στρατηγικής καί στρατιωτικής σημασίας. Η πόλη μεγάλωσε καί αναπτύχθηκε, ενώ μια κεραμική σφραγίδα με το όνομα «Γεώργιος» πού βρήκαν οι στρατιώτες μας, καταδεικνύει την ύπαρξη οργανωμένης κοινωνικής ζωής στην περιοχή αυτή κατά τη Βυζαντινή περίοδο.
Ελληνες στρατιώτες στή Μικρά Ασία Οταν απελευθερώθηκε η Αρχαία Εφεσος ο λοχαγός Νικολάου έγραψε στό πολεμικό ημερολόγιό του: «Ανέφερα τηλεγραφικώς στό τάγμα κατάληψιν αντικειμενικού σκοπού. Θεωρώ τόν εαυτόν μου πανευτυχή, πού αξιώθηκα νά δώ μέ τά μάτια μου τήν Εφεσον, τήν Ιεράν Πόλιν του Ευαγγελίου, όπου τό πρώτον έδίδαξεν ό απόστολος τών Εθνών Παύλος……».
Στό Οδεμήσιον, ο καϊμακάμης της πόλης Μπενήλ Μπέης οργάνωσε αντίσταση, αφού κατάφερε νά συγκεντρώσει 2.000 αντάρτες από τά γύρω χωριά. Οι αντάρτες ανατίναξαν τή σιδηροδρομική γραμμή, ενώ ο Ταχήρ Μπέης υποσχέθηκε τήν άφιξη ιταλικών ενισχύσεων. Ο Τζαβέλας πού είχε πληροφορηθεί τίς κινήσεις του εχθρού, τό βράδυ της 18ης Μαΐου, μόλις έφθασε τό τάγμα ασφαλείας Καρακούφα, διέταξε προέλαση πρός τό Οδεμήσι. Η μάχη κράτησε όλη τήν επόμενη μέρα καί οι Τούρκοι υποχώρησαν μέ τή δύση του ηλίου, εγκαταλείποντας στό πεδίο της μάχης 80 νεκρούς. Τήν επόμενη μέρα ο λήσταρχος Τσακιντζής καί διάφορες ομάδες ζεϊμπέκηδων κατέβηκαν από τά βουνά καί παρέδωσαν τά όπλα τους στόν ελληνικό στρατό, μέ μόνο αντάλλαγμα νά τούς δοθεί χάρη καί νά αφεθούν ελεύθεροι, όπως καί έγινε. Σας παραπέμπω στήν αφήγηση ενός αληθινού Ρωμιού, γιά νά σας μεταδώσει τή φλόγα πού έκαιγε στά στήθια των Ελλήνων στρατιωτών εκείνες τίς Αγιες Ημέρες του Μαΐου του 1919:
«Ήταν ημέρες θριάμβων οι ημέρες εκείνες του Μαΐου του 1919. Ήταν ημέρες που δεν μπορεί γα τις αναλογισθεί κανείς χωρίς ένα πικρό παράπονο να ξεχειλίσει απ’ την ψυχή του. Γιατί; Ποιά κατάρα δέρνει τη φυλή μας; Γιατί τόσοι αγώνες, τόσο αίμα ελληνικό νά χυθεί άδικα; Γιατί μια απ’ τις πιο ένδοξες σελίδες της Ιστορίας μας να κηλιδωθεί με την πιο επαίσχυντη ήττα;
Η απελευθέρωση της Μικράς Ασίας αποτελούσε μια από τις διεκδικήσεις της Ελλάδας μετά την ανακωχή, μαζί με την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου, της Θράκης, Ανατολικής και Δυτικής, μέχρι την Κωνσταντινούπολη, καθώς και τα νησιά του Αιγαίου. ‘Ηταν ένα μέρος του ονείρου της Μεγάλης Ελλάδας. Κι όταν ο ελληνικός Στρατός βρισκόταν μπροστά από τις πύλες της Κωνσταντινούπολης, είχε δοθεί μια Ιστορική διαταγή. Ν’ αναζητηθεί το σημείο όπου είχε διακοπεί η «μισοτελειωμένη λειτουργία» της Αγίας Σοφίας, για ν’ αρχίσει από το σημείο εκείνο η ευχαριστήρια δοξολογία της απελευθέρωσης – ν ‘ αναζήσει και να συνεχισθεί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η Φυλή μας αναζητούσε την εκπλήρωση των μεγάλων ιδανικών της την εκπλήρωση του ιστορικού προορισμού της.
Ο Βενιζέλος, υποστηρίζοντας τις ελληνικές διεκδικήσεις, υπέβαλε στο Διασυμμαχικό Συμβούλιο επίσημες τουρκικές στατιστικές, αποδεικνύοντας, ότι μόνο στα βιλαέτια του Αϊδινίου (Σμύρνης) και Προύσης και στα σαντζάκια των Δαρδανελλίων και Ικονίου διέμεναν 1.013.195 Έλληνες, με 652 σχολεία και 91.538 μαθητές. Και άλλες 350.000 Έλληνες ζούσαν στην περιοχή της Τραπεζούντας, όπου ζητούσε τη δημιουργία αρμενικού Κράτους. Αλλά και μετά την προσάρτηση των περιοχών της Δυτικής Μικράς Ασίας, Ελεύθερη Εφεσος 1919, Ναός Αρτέμιδος που διεκδικούσε η Ελλάδα, θα παρέμεναν υπό τουρκικό ζυγό 922.000 Έλληνες, διασκορπισμένοι στο βάθος της Ανατολής. Αν στους αριθμούς αυτούς προστεθούν οι 450;000 πρόσφυγες, που έφθασαν στην ελεύθερη Ελλάδα, και οι 900.000, που έπεσαν θύματα των σφαγών του 1914 – 15, αποδεικνύεται, ότι ανατολικά του Αιγαίου, πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους, ζούσαν 3.635.195 Έλληνες.
Οι αριθμοί αυτοί φαίνονται απίστευτοι, γιατί ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να διανοηθεί πώς τόσες χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν. Αλλ’ η συμφορά του 1922 ήταν το κορύφωμα ενός τραγικού ξεριζώματος – της συστηματικής εξόντωσης των Ελλήνων, που άρχισε πριν 1.000 χρόνια, όταν ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας υπερέβαινε τα εικοσιπέντε εκατομμύρια καί ήτο ακραιφνώς ελληνικός. (Ιστορία Καρολίδη).
Τι έγιναν οι Έλληνες αυτοί; Η απάντηση βρίσκεται στο Κοράνι, που καλεί τους πιστούς του Μωάμεθ: «Σφάξτε τούς απίστους, όπου κι άν τούς συναντήσετε. Αιχμαλωτίστε τους και σύρτε τους σκλάβους…». (Κεφ. IX,5). Και συνεχίζει: «Όταν συναντήσετε απίστους, μή τούς λυπηθήτε γενική σφαγή εναντίον τους…» (XLVII, 4).
Τι έγιναν τα 25.000.000 Ελλήνων, που αναφέρει ο Καρολίδης; Η τουρκική θηριωδία είναι απέραντη….» Γιάννης Καψής, Χαμένες Πατρίδες
Η σφαγή στό Αϊδίνι καί στήν Πέργαμο
Στίς 15 Ιουνίου 1919, οργανώθηκε στήν ιταλική ζώνη κατοχής μεγάλη τουρκική αντεπίθεση η οποία είχε ως αποτέλεσμα τήν εκδίωξη από τό Αϊδίνι του ελληνικού στρατού. Τότε βρήκαν τήν ευκαιρία Τούρκοι συμμορίτες, οι οποίοι μαζεύτηκαν από τά χωριά του Μαιάνδρου, νά προβούν σέ σφαγές του άμαχου πληθυσμού. Στίς σφαγές πρωταγωνίστησε ο κατοπινός Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές. Σύμφωνα μέ υπόμνημα του Βενιζέλου στούς Ευρωπαίους Συμμαχους οι σφαγέντες ξεπέρασαν τούς 3.000. Ακολουθεί περιγραφή τού ηρωϊκού έπους των προσκόπων από τό βιβλίο του Χρήστου Αγγελομάτη, «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας»:
«Καθ’ όσον χρόνον αι συμμορίαι των τούρκων ατάκτων εισέρχονται εις τήν πόλιν του Αϊδινίου, οι κάτοικοι του οποίου ευρίσκονται εκτεθειμένοι εις την μανίαν και την αγριότητα των επιτιθεμένων και σπαρακτικαί φωναί ακούονται, καθ’ όσον χρόνον πυρκαϊαί μαίνονται και γέροντες, γυναίκες και νέοι προσπαθούν να διαφύγωσι την σύλληψιν ή ευρίσκουσι οικτρόν θάνατον υπό τα ερείπια της ιδίας των στέγης ή και οι μη δυνάμενοι να μετακινηθώσιν εκαίοντο ζώντες, οι πρόσκοποι παραμένουσιν εις τας θέσεις των μέχρι της τελευταίας στιγμής, προσφέροντες τας προς τον πλησίον υπηρεσίας των κατά την διάρκειαν των φρικιαστικών σκηνών και της ολοκληρωτικής καταστροφής. Όσοι εκ των προσκόπων δεν εφονεύθησαν ή δεν εσφάγησαν καθ’ όσον χρόνον προσέφερον τας υπηρεσίας των, συνελήφθησαν και ωδηγήθηκαν έξωθι και ανατολικώς της πόλεως παρά τον Εύδωνα ποταμόν.
Εκεί ο τοπικός έφορος καλείται να απαρνηθή τον Εθνισμόν του με αντάλλαγμα την ζωήν αυτού του ιδίου και των προσκόπων του. Η απάντησις του ήτο «Ζήτω η Ελλάς». Επί τω ακούσματι αυτώ, οι Τσέται επετέθησαν με μανίαν και αγριότητα εξωρύξαντες των ένα των οφθαλμών του, καθ’ ου χρόνον προσεκάλουν αυτόν να εξομώση. «Ζήτω η Ελλάς» ήτο η εκ νέου απάντησις του ιδίου, επαναληφθείσα στεντορεία τη φωνή υφ’ όλων των προσκόπων.
Τότε ο Νίκος Αυγερίδης τεμαχίζεται, ο Φιλοκτήτης Αργυράκης κυριολεκτικώς γδέρνεται, ο Μίνως Βεϊνόγλου αποκεφαλίζεται καί όλοι οι άλλοι πρόσκοποι λογχίζονται καί κατακρεουργούνται κατά τόν πλέον σκληρόν καί απάνθρωπον τρόπον, ως άλλοι μάρτυρες της Χριστιανικής θρησκείας, παρέχοντες ούτω φωτεινόν παράδειγμα εις τάς επερχόμενας γενεάς.
…. η ελληνική συνοικία είναι μία άμορφη μάζα. Τά ερείπια πού καπνίζουν, τά χώματα καί τά σπασμένα κεραμίδια, η ερημιά, τά βλοσυρά βλέμματα καί η άγρια όψις των ολίγων πού απέμειναν, η γδύμνια τους, τό ντροπαλό μάτι των ατιμασθέντων κοριτσιών, τά κλάματα καί οι γόοι των απορφανισθέντων φωνάζουν διάτορα:
– Ο Τούρκος πέρασε από δώ!
Οι πρόκριτοι είχαν σφαγή μέχρις ενός καί τά γυναικόπαιδα απήχθησαν εις Ναζλί καί Δενιζλί. Η ωραία εκκλησία, η βυζαντινή εκκλησία μέ τίς ωραίες καί μεγάλης αξίας βυζαντινές εικόνες καί τό χρυσοσκαλισμένο τέμπλο της πάει. Καί μόνον μέσα, σ΄αυτήν τήν καταστροφή εσώθη μία καμπάνα, τό κοντάρι της σημαίας καί σέ ένα μάρμαρο …ο Δικέφαλος.
Μεταξύ των θυμάτων αυτών καταλέγεται καί ο Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου, μία ιδιαιτέρα μορφή. Αρχαιολόγος εγκρατέστατος καί αυτόκλητος ξεναγός, γνωρίζων καί επιδεικνύων εις τούς επισκέπτας κάθε λεπτομέρειαν των Τράλλεων. Τόν ετουφέκισαν μαζί μέ τούς τρείς αδελφούς του τά αιμοβόρα όργανα του Εμβέρ καί του Ταλαάτ.»
Η Πέργαμος μέ τί επίνειό της Δικελί είχαν καταληφθεί από μικρό σώμα στρατού μέ διοικητή τόν Συρμακέζη. Πέριξ όμως της Περγάμου δρούσαν περίπου 5.000 Τσέτες. Τήν 1η Ιουνίου 1919 μία εφοδιοπομπή 38 Ελλήνων στρατιωτών εξοντώθηκε λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πέργαμο καί τά πτώματα βρέθηκαν οικτρώς παραμορφωμένα. Τήν ίδια τύχη είχε καί μία φρουρά στή γέφυρα του ποταμού Καΐκου καθώς καί δύο άλλα φυλάκια. Ταυτόχρονα Τούρκοι άτακτοι επιτέθηκαν κατά της πόλεως όπου ο τουρκικός πληθυσμός είχε εξεγερθεί καί επιτίθετο κατά των Ελλήνων στρατιωτών. Ο Συρμακέζης υποχώρησε καί οι Τούρκοι ξέσπασαν στόν ελληνικό πληθυσμό. Στίς 7 Ιουνίου ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, στρατηγός Νίδερ ανεκατέλαβε τήν Πέργαμο, αλλά τό θέαμα πού αντίκρυσε ήταν αποκρουστικό:
«Κατά τήν κίνησιν της φάλαγγας Τσερούλη καί πρό της πόλεως ευρέθησαν μερικοί των ανδρών του 1/8 τάγματος κατακρεουργημένοι φρικωδώς, μέ τούς οφθαλμούς εξωρυγμένους καί τήν γλώσσαν καί τά ώτα κομμένα. Εκ πτωμάτων άλλων στρατιωτών είχον αφαιρεθή τά σπλάχνα καί περιπλεχθή εις τόν λαιμόν των. Αξιωματικοί καί οπλίται ευρέθησαν θαμμένοι γυμνοί καί πεταλωμένοι.»Χρήστος Αγγελομάτης – Τό Επος της Μικράς Ασίας
Αριστείδης Στεργιάδης καί τά πρώτα προβλήματα
Μετά τά γεγονότα στό Αϊδίνι, οι ελληνικοί στρατιωτικοί παράγοντες άρχισαν νά ανησυχούν σοβαρά γιά τίς ομάδες των Τούρκων ατάκτων πού δρούσαν ανενόχλητα έξω από τή ζώνη κατοχής. Τό Στρατοδικείο καταδίκασε σέ ισόβια δεσμά τόν αντισυνταγματάρχη Αλέξανδρο Σχινά πού θεωρήθηκε υπαίτιος γιά τήν πρόωρη εκκένωση του Αϊδινίου. Ο κίνδυνος επιδεινώνονταν από τήν ανοχή των Ιταλών στούς Τούρκους αντάρτες, μία ανοχή η οποία εξελίχθηκε καί σέ ανοιχτή συνεργασία. Σύμφωνα μέ τήν έκθεση του μητροπολίτη Αναίων Αλεξάνδρου Διλανά, μέ τήν έναρξη της ιταλικής κατοχής ξεκίνησε η καταπίεση του ποιμνίου του από τό μουσουλμανικό στοιχείο. Στίς καταγγελίες γιά τουρκικά εγκλήματα, οι εκκλήσεις των Ρωμιών ήταν σύμφωνα μέ τόν μητροπολίτη «φωνή βοώντος εν τή ερήμω».
Ηταν φανερό ότι οι ένοπλες τουρκικές ομάδες θά διαλύονταν μόνο αν πλήττονταν μέσα στό ορμητήριό τους, πού ήταν η ζώνη των Ιταλών. Ηδη ο στρατηγός Νίδερ είχε τηλεγραφήσει στόν Βενιζέλο, ζητώντας του επειγόντως ενισχύσεις διότι διαφορετικά κινδύνευε καί η ίδια η Σμύρνη. Ο Ελλην πρωθυπουργός, διαπιστώνοντας τήν κρισιμότητα της κατάστασης, έστειλε στήν Σμύρνη τόν αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, γιά να σχηματίσει προσωπική αντίληψη των τεκταινομένων, καί ο αρχιστράτηγος εισηγήθηκε στόν πρωθυπουργό, τήν καταδίωξη από τόν ελληνικό στρατό των Τούρκων μέσα στήν ζώνη πού ήλεγχαν οι Ιταλοί:
«Ενταύθα η κατάστασις λαμβάνει συν το χρόνω δυσάρεστον δι’ ημάς τροπήν ένεκα παθητικής ημών θέσεως μεταβαλλούσης ημάς εις πολιορκουμένους υφισταμένους επιθέσεις χωρίς να δύνανται ν’ αντεπιτεθώσιν.
Τουρκικαί οργανώσεις ατάκτων συμμοριών εις εγγύς κέντρα αυξάνουν, εις περιφέρεια δέ Αϊδινίου διευθύνονται υπό ιταλών. Εκ καταθέσεων απάντων τούρκων αιχμαλώτων τελευταίων ημερών, εβεβαιώθη ότι επιχειρήσεις Αϊδινίου ωργάνωσαν, διηύθυναν καί συνετήρησαν ιταλοί καί ότι πιθανόν αύται επαναληφθώσιν.
.. νομίζω ότι επιβάλλεται ημίν ίνα επιτακτικώς διά τήν ασφάλειαν τό ταχύτερον προβώμεν εις καταστροφήν των εγγύς κέντρων οργανώσεως δι’αμέσου καταλήψεως αφ’ ενός μέν σιδηροδρομικών γραμμών Σόμα – Αξαρίου, αφ’ ετέρου δέ Ντενιζλί – Φιλαδελφείας – Σαλιχλί.
… υποβάλλω γνώμην, όπως εν η περιπτώσει επαναληφθή η κατά του Αϊδινίου επίθεσις, τά ημέτερα στρατεύματα αμυνόμενα να αντεπιτεθώσι σφοδρώς καί καταδιώξωσι τούς τούρκους καί εντός της ιταλικής ζώνης…»
Εν Σμύρνη τή 1η Ιουλίου 1919, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος
Εξίσου σοβαρό πρόβλημα στή Σμύρνη αναδείχθηκε καί η διάσταση πολιτικής καί στρατιωτικής ηγεσίας, η οποία ξεκίνησε μέ τήν άφιξη στήν μητρόπολη της Ιωνίας, ενός ιδιαιτέρως βδελυρού προσώπου, τό οποίο λεγόταν Αριστείδης Στεργιάδης. Ο Στεργιάδης διορίστηκε ύπατος αρμοστής, πιθανότατα έπειτα από πίεση των Αγγλων, καί εξελίχθηκε σέ ένα πειθήνιο όργανο των τελευταίων. Ηταν, σύμφωνα μέ τόν Σμυρνιό δημοσιογράφο Αγγελομάτη, αυστηρός, άδικος, σκληρός, ασεβής, ανισόρροπος. Εξελίχθηκε σέ έναν δικτάτορα, εχθρικό πρός ολόκληρο τό ελληνικό στοιχείο καί ιδιαίτερα απέναντι στόν κλήρο, καί χρησιμοποιώντας ακόμα καί σωματική βία, μεροληπτούσε υπέρ των Τούρκων προσπαθώντας νά καθησυχάσει τούς Συμμάχους γιά τήν συμπεριφορά των ελληνικών αρχών πρός τό μουσουλμανικό στοιχείο. Είχε οδηγήσει στό εκτελεστικό απόσπασμα, γιά ασήμαντους λόγους, πολλούς χριστιανούς ενώ κυκλοφορούσε μέ έναν βούρδουλα τόν οποίο χρησιμοποιούσε καθημερινά ακόμα καί εναντίον αξιωματικών καί προκρίτων της Σμύρνης.
Τό ποιόν του ανθρώπου αυτού φάνηκε κατά τήν καταστροφή της Σμύρνης όταν αδιαφόρησε παντελώς γιά τήν στοιχειώδη άμυνά της καί εγκατέλειψε τήν περιοχή επιβιβαζόμενος πού αλλού; σέ αγγλικό πολεμικό, τήν ώρα πού πίσω του σφαγιάζονταν τά γυναικόπαιδα. Τόν υπασπιστή του, έναν κρητικό χωροφύλακα, πού τόν συνόδευε παντού καί πάντα καί ο οποίος τού κουβάλησε τίς βαλίτσες μέχρι τήν προκυμαία τής Σμύρνης, όχι μόνο δέν τόν κάλεσε νά έρθει μαζί του γιά να σωθεί, αλλά ούτε γύρισε νά τόν χαιρετήσει. Η αποστολή του είχε διεκπεραιωθεί. Είχε σώσει τό τομάρι του καί είχε βοηθήσει τά μέγιστα νά παραδοθεί η Σμύρνη στά κεμαλικά θηρία.
Μεγάλη μάχη δίδονταν καί στόν διπλωματικό τομέα, όπου τό Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο στό Παρίσι, κατηγορούσε διαρκώς τήν Ελλάδα, ότι υπερέβη τά όρια εντολής πού είχε λάβει, ότι ευθυνόταν γιά τίς εντάσεις στήν Μικρά Ασία καί ότι ήταν υπεύθυνη γιά τήν κακομεταχείριση του τουρκικού πληθυσμού. Ηταν οι ίδιοι άνθρωποι, Αγγλοι, Γάλλοι καί Αμερικάνοι οι οποίοι, τά προηγούμενα χρόνια, είχαν κλείσει τά μάτια στίς θηριωδίες των Νεότουρκων στήν Αρμενία, τόν Πόντο καί στα παράλια της Μικράς Ασίας. Ηταν οι ίδιοι πού έστειλαν τόν ελληνικό στρατό νά παρεμποδίσει τήν ιταλική επέκταση καί τώρα ήταν οι ίδιοι πού απαγόρευαν στόν ελληνικό στρατό νά απαντάει στίς επιθέσεις των ατάκτων του Κεμάλ, ώστε νά δυσχεράνουν μέ κάθε τρόπο τό έργο του Βενιζέλου.
Ο Κεμάλ κερδίζει χρόνο
O Μουσταφά Κεμάλ γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη, από ντονμέ (εξισλαμισμένους ή κρυπτο Εβραίους) γονείς καί πρωταγωνίστησε στό κίνημα των Νεότουρκων τό 1908. Διακρίθηκε στά μέτωπα των στρατιωτικών αναμετρήσεων μέ τούς Αγγλους, στά Δαρδανέλια, στή Συρία καί αλλού. Αντιτάχθηκε στήν οθωμανική κυβέρνηση του σουλτάνου Μεχμέτ ΣΤ’ πού είχε αποδεχθεί τούς όρους της συνθήκης του Μούδρου, μέ αποτέλεσμα νά πέσει σέ δυσμένεια. Ο Κεμάλ, όμως μαζί μέ τον υφυπουργό Στρατιωτικών Ισμέτ πασά τόν υπουργό Ναυτικών Ρεούφ πασά καί άλλα υψηλόβαθμα στελέχη άρχισε νά οργανώνει κίνημα αντίστασης στήν σουλτανική κυβέρνηση. Παρέμενε όμως στήν Κωνσταντινούπολη (Ιστανμπούλ), ύστερα από εντολή του σουλτάνου, γιά νά βρίσκεται υπό τόν έλεγχο της κυβερνήσεως, ενώ τού ανατέθηκε η ηγεσία της Επιθεώρησης του Στρατού.
O Κεμάλ, εν γνώσει των Αγγλων αναχώρησε κρυφά από τήν Κωνσταντινούπολη καί στίς 2 Μαΐου 1919 αποβιβάσθηκε στήν Σαμψούντα, όπου οργάνωσε τό εθνικιστικό του κίνημα, σέ συνεργασία μέ στρατιωτικούς διοικητές της Ανατολής. Μεταξύ αυτών ήταν καί ο Νουρεντίν πασάς, ο οποίος είχε διατελέσει Τσέτες, Τούρκοι άτακτοισαντζακίου της Σμύρνης. Στίς 9 Μαΐου ο Κεμάλ πήγε στήν Αμάσεια όπου κατήρτισε σχέδιο αμύνης κατά των Ελλήνων, αποφάσισε μυστική επιστράτευση καί διαρπαγή όπλων από αποθήκες πού φυλάσσονταν από τούς Συμμάχους. Οι αποφάσεις αυτές επικυρώθηκαν από συνέδρια στήν Θεοδοσιούπολη (Ερζε-Ρούμ) καί στήν Σεβάστεια, ενώ ορίστηκε η Αγκυρα ως έδρα της επαναστατικής κυβερνήσεως.
Η Τουρκία είχε περιέλθει σέ δεινή θέση, ήταν ουσιαστικά ανοχύρωτη καί εάν τό επέτρεπαν οι Σύμμαχοι, ο ελληνικός στρατός θά είχε ξεκαθαρίσει άμεσα τό τοπίο καί θά είχε επιβάλλει τούς όρους της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων. Η Τουρκία είχε περιορισθεί εδαφικά, μέ τήν Γαλλία νά κατέχει τήν Συρία καί τήν Κιλικία, τήν Αγγλία τή Μοσούλη, τήν Ιταλία τήν κοιλάδα του Μαιάνδρου καί τήν Αττάλεια, τήν Ελλάδα νά ελέγχει τό σαντζάκιον της Σμύρνης καί της Μαγνησίας, ενώ τά Δαρδανέλλια καί η Κωνσταντινούπολις βρίσκονταν υπό διεθνές καθεστώς. Αυτή η υπό διάλυση χώρα είχε νά αντιμετωπίσει Αρμενίους καί Πόντιους αντάρτες, ενώ οι Κούρδοι καραδοκούσαν καί αυτοί γιά ανεξαρτησία. Καί όμως ήταν θέλημα Θεού να επιβιώσει αυτό τό κράτος, πού εδω καί 1000 χρόνια έχει καταστεί ο εφιάλτης της Ρωμιοσύνης. Καί ο Θεός είχε αναθέσει τό έργο της σωτηρίας σέ έναν άνθρωπο. Στόν Κεμάλ Ατατούρκ. δοικητής του
Βιβλιογραφία
Ambassador Morgenthau’s Story 1918
Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια 1971
The Blight of Asia – GEORGE HORTON 1926
Μαύρη Βίβλος (1914-1918) – Οικουμενικό Πατριαρχείο
Το νούμερο 31328 – Ηλίας Βενέζης
1922 Μαύρη Βίβλος – Γιάννης Καψής 1992
Χαμένες Πατρίδες – Γιάννης Καψής 1992
Τοπάλ Οσμάν – Λαμψίδης Γεώργιος, 1969
Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας – Χρήστος Αγγελομάτης
Η Ελλάς εν Μικρά Ασία – Ξενοφών Στρατηγός 1925
Ιστορία του Ελληνικού Εθνους – Παπαρρηγόπουλου, Καρολίδη
Ιστορία του Ελληνικού Εθνους – Εκδοτική Αθηνών
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ