Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Ο τουρκικός εκβιασμός και η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική

Η Άγκυρα επανέρχεται στη γνωστή στρατηγική της σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό εν γένει. Ποια είναι αυτή; Η στρατηγική του διπλωματικού εξαναγκασμού που έχει ως απώτερο στόχο την άσκηση πιέσεων ή απειλή χρήσης βίας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας με στόχο την μεταβολή της κρατικής της συμπεριφοράς. Εν προκειμένω στον εξαναγκασμό της σε υποχωρήσεις τακτικού αρχικά και στρατηγικού μετέπειτα χαρακτήρα όσον αφορά τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
 
 
Αν και οι τουρκικές μεθοδεύσεις επικεντρώνονται στο τεμάχιο 6 της Κυπριακής ΑΟΖ, δεν περιορίζονται σ’ αυτό αλλά εξικνούνται μέχρι του σημείου να αμφισβητηθεί η ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η Τουρκία επιχειρεί εκ νέου, μετά την έξοδο του «Barbaros» το 2014, να αμφισβητήσει την ΑΟΖ της ΚΔ με το να διεκδικεί υφαλοκρηπίδα στο οικόπεδο 6, επιχειρώντας παράλληλα με αυτό τον τρόπο να αμφισβητήσει και την ελληνική υφαλοκρηπίδα της όρια της οποίας βρίσκεται το τέμνον σημείο (οικόπεδο 4) με την κυπριακή. Ως γνωστόν η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, και παγίως αμφισβητεί τους σύμφυτους σε αυτό νομικούς κανόνες. Η πάγια τακτική της είναι η πολιτικοποίηση μια νομικής διαφοράς. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι τα νησιά του Αιγαίου αλλά και η Κύπρος δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, και συνεπώς ούτε ΑΟΖ. Αποτελούν σύμφωνα με την Άγκυρα φυσική γεωλογική συνέχεια των τουρκικών ακτών, και κατ’ επέκταση –σύμφωνα με το τουρκικό επιχείρημα– τουρκική υφαλοκρηπίδα.
 
Φυσικά εδώ ανακύπτει ξανά το ζήτημα της οροθέτησης της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ, μιας και έχει γίνει ήδη οροθέτηση μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου. Ωστόσο, λόγω του φόβου για την τουρκική αντίδραση, το θέμα έχει μείνει στις ελληνικές καλένδες. Η τουρκική στρατηγική εκμεταλλεύεται αυτόν το φόβο με απώτερο στόχο τη διαιώνισή του. Σύμφωνα με την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων, τα κράτη δρουν ορθολογικά – είτε πρόκειται για κράτη του status-quo όπως η Ελλάδα είτε πρόκειται για αναθεωρητικά κράτη όπως η Τουρκία. Αν παρεμβληθεί κόστος στις ενέργειές τους το ξανασκέφτονται διπλά και τερματίζουν την επεκτατική τους πολιτική. Αν όχι, την συνεχίζουν. Αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μια απλοποιημένη διατύπωση της διεθνοπολιτικής πραγματικότητας, η ουσία είναι ότι Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να βάλουν φρένο στις τουρκικές επιδιώξεις κάνοντας χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων (διπλωματικών, πολιτικών και στρατηγικών).
 
Για να μην θεωρητικολογούμε, ας παραθέσουμε εν συντομία το παράδειγμα της ελληνοτουρκικής κρίσης της 26ης Μαρτίου 1987. Τότε ήταν που η Τουρκία έστειλε το ερευνητικό σκάφος «Sismik» για έρευνες στο Αιγαίο. Η απάντηση της τότε ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν δυναμική, βασιζόμενη σε ένα σενάριο έξυπνης και ευέλικτης αποτρεπτικής στρατηγικής. Το ισχυρό μήνυμα που αποστελλόταν στην άλλη πλευρά του Αιγαίου ήταν πως σε περίπτωση παραβίασης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα χτυπούσαν το «Sismik».
 
Σε ένα άλλο επίπεδο, σε μια προσπάθεια σύμπηξης ενός αντιτουρκικού συνασπισμού, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας μετέβη στη Βουλγαρία, μια χώρα που αντιμετώπιζε και αυτή προβλήματα με την Τουρκία. Με τις ενέργειές της η ελληνική κυβέρνηση έθεσε απαγορευτικό κόστος στην Τουρκία, η οποία –εκτιμώντας ότι το επιδιωκόμενο όφελος ήταν λιγότερου του τιμήματος που θα κατέβαλλε τελικά– αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Τηρουμένων των αναλογιών αυτό πρέπει να γίνει και σήμερα. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να δράσουν ορθολογικά και αποτρεπτικά έναντι των πάγιων τουρκικών αμφισβητήσεων. Σε διαφορετική περίπτωση θα μπουν σε μια αέναη λογική υποχωρήσεων, γκρίζων ζωνών και αμφισβήτησης των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων.